Θέμης Αδαμαντίδης: Και η νύχτα μυρίζει... φρουτάκια
παρακολουθώ την τελετή της Ανάστασης: Φέτος θα ~ ~ στην ενορία μου/σε μοναστήρι.2. (μτφ.) ξεπερνώ τα προβλήματά μου, γίνομαι ξανά ευτυχισμένος (ύστερα από δύσκολη περίοδο). ανταμώνω [ἀνταμώνω] α-ντα-μώ-νω ρ. (μτβ.κ. αμτβ.) {αντάμω-σα, -θηκα} (λαϊκό): συναντώ ή συναντιέμαι με κάποιον: Είναι υπέροχο να ~εις ανθρώπους με ποιότητα.
- Με ξινή γεύση: lemon, lime, grapefruit, cranberry
- Για σαλάτες φρούτων: apple, pear, grapes, orange segments
- Πολύ μικρά μούρα: blueberry, blackberry, raspberry, currant
- Συχνά σε κονσέρβες: peach, pear, pineapple, fruit cocktail
ανύπαντρος , cas froytakia me to megalytero rtp η, ο [ἀνύπαντρος] α-νύ-πα-ντρος επίθ. : που δεν έχει παντρευτεί: ~η: κοπέλα/μητέρα. (ως ουσ.-ευχετ.) Και στα δικά σας οι ~οι/~ες! ανώτερος , η, ο [ἀνώτερος] α-νώ-τε-ρος επίθ. κατώτερος 1. που βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από κάποιον ή κάτι άλλο, κατέχει ιεραρχικά υψηλότερη θέση: ~η: εκπαίδευση (βλ.
Πώς νομιμοποιούσαν τα παράνομα κέρδη
Hθοποιός/τραγουδιστής/εκπομπή που ~ήθηκε από πολύ κόσμο/από μικρούς και μεγάλους. : αγάπα το(ν) φίλο σου με τα ελαττώματά του (παροιμ. ): να είσαι ανεκτικός στις αδυναμίες του φίλου σου., αγαπά(ει) να: του αρέσει, συνηθίζει να: ~ ~ διαβάζει ποίηση/μαγειρεύει/με πειράζει., αγαπάτε αλλήλους (ΚΔ): προτροπή για αγάπη και ομόνοια., άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε (προφ. ): όταν αποφεύγει κανείς να πει τη γνώμη του για ένα επίμαχο θέμα και συνήθ. στρέφεται σε κάτι άσχετο ή παραπλανητικό: Η απάντησή του στην ερώτησή μου ήταν ~ ~., αν αγαπάτε: (ανάμεσα σε κόμματα) αν θέλετε, αν προτιμάτε: Η εξουσία είναι, ~ ~, μια μορφή επιβεβαίωσης., όποιος αγαπά παιδεύει: η αγάπη μπορεί να γίνει βασανιστική, καταπιεστική., όπως αγαπάτε: (συνήθ.
Δημιουργία νέου λογαριασμού
ως απάντηση σε ερώτημα) όπως θέλετε, όπως προτιμάτε: Θα πάμε με το αυτοκίνητο ή με το λεωφορείο; ~ ~., σ' αγαπάει η πεθερά σου (παλαιότ. ): λέγεται όταν έρθει επισκέπτης στο σπίτι την ώρα του φαγητού, συχνά με περιπαικτική διάθεση, επειδή πριν από τον γάμο η πεθερά συνήθιζε να περιποιείται στο τραπέζι τον γαμπρό καλύτερα από όλους., αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του βλ. άντερο, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! αιώνιος , α, ο [αἰώνιος] αι-ώ-νι-ος επίθ. ανώτατη, μέση, πρωτοβάθμια)/μόρφωση/σχολή. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε μια ~η δύναμη (πβ. θεϊκή)/(+ β΄όρο σύγκρισης) σε κάτι ~ο από αυτόν. (ως ουσ.) Η ~έρα (: τάξη στο ωδείο). (+ άρθ.) Κατέχει τον ~ο (= ύψιστο) βαθμό στο στράτευμα. Ανήκει στα ~α κοινωνικά στρώματα (βλ. αριστοκρατία, ελίτ). 2. που βρίσκεται σε υψηλότερο σημείο τοπικά, ποσοτικά ή ποιοτικά: στα ~α στρώματα της ατμόσφαιρας. (+ άρθ.) Το ~ο ποσό σύνταξης που χορηγείται ..
- Με πολλά σπόρια: kiwi, passion fruit, pomegranate, fig
- Που ωριμάζουν μετά τη συγκομιδή: banana, avocado, pear, kiwi
- Συνδέονται με χειμώνα: orange, tangerine, clementine, grapefruit
- Λιγότερο κοινά μούρα: gooseberry, blackcurrant, mulberry, elderberry
(πβ. για ζωικό ή φυτικό οργανισμό που βρίσκεται σε προηγμένο εξελικτικό στάδιο: ~α: θηλαστικά. : ανώτερος άνθρωπος: που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση με ηθική υπεροχή, αξιοπρέπεια: Επειδή είμαι ~ ~, δεν θα το σχολιάσω. αναξιοπρεπής, μικροπρεπής, ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός βλ. αξιωματικός, ανωτέρα βία βλ. βία ● ΦΡ. : και/κι εις ανώτερα (λόγ.-ευχετ.) & (προφ.) και σ' ανώτερα: για ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία ή πρόοδο: Συγχαρητήρια για το πτυχίο σου, ~ ~! άξιος , α, ο [ἄξιος] ά-ξι-ος επίθ.
Η συμφωνία πίσω από τις κάμερες
μονή [< αρχ. , α, ο [αἰώνιος] αι-ώ-νι-ος επίθ. ): (+ να) είθε, μακάρι: ~ όλα να πάνε καλά! ~ να ζήσεις χρόνια πολλά (= ο Θεός να δώσει να ...). Βλ.
Σύμβολο Bonus
αμήν και πότε, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί. ανάρρωση [ἀνάρρωση] α-νάρ-ρω-ση ουσ. ): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρρώνω: αργή/γρήγορη/δύσκολη ~. ανάσταση [ἀνάσταση] α-νά-στα-ση ουσ. το αρχικό Α) επάνοδος του Χριστού στη ζωή την τρίτη μέρα μετά τη Σταύρωση: η ~ του Θεανθρώπου/Ιησού/Κυρίου. : που είναι σε θέση να κάνει κάτι καλά, σωστά, λόγω ικανοτήτων ή προσόντων· ικανός, κατάλληλος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/αντικαταστάτης (ποδοσφαιριστή)/αντίπαλος/απόγονος/διάδοχος/εκπρόσωπος/ηγέτης/πρωταθλητής/συνεχιστής (της παράδοσης). Δεν είναι ~ (= είναι ανίκανος) να φέρει σε πέρας μια τόσο σημαντική αποστολή. Κανένας δεν βρέθηκε/κρίθηκε/στάθηκε ~ να .. Είναι ~ για/προς μίμηση (= αξιομίμητος). Είναι ~ της εμπιστοσύνης μου/επαίνου/θαυμασμού/προαγωγής/σεβασμού/συγχαρητηρίων (= του αξίζουν, αρμόζουν, ταιριάζουν)/(μεγάλης) τιμής. Έχει κοντά της καλούς και ~ους συνεργάτες. Γεγονός/έργο ~ο αναφοράς/μνείας/προσοχής/σχολιασμού.
| Ελληνικά (Μούρο) | Αγγλικά (Berry) | Τύπος φυτού | Συχνότητα καλλιέργειας |
|---|---|---|---|
| Σμέουρο | Blackberry | Θάμνος | Κοινή |
| Φράουλα | Strawberry | Χαμηλό φυτό | Πολύ κοινή |
| Βατόμουρο | Raspberry | Θάμνος | Κοινή |
| Μύρτιλο | Blueberry | Θάμνος | Κοινή |
| Κράνμπερι | Cranberry | Αναρριχητικό φυτό | Εμπορική |
θεοτοκίο που ψάλλεται κατά τη Θεία Λειτουργία· συνήθ. ονομασία συγκεκριμένης εικόνας της Θεοτόκου., άξιος λόγου: αξιόλογος: ~ο ~ γεγονός. ): για δήλωση επιδοκιμασίας από το εκκλησίασμα, συνήθ. ανάξιος!, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου: είμαι υπεύθυνος για ό,τι μου συμβεί, για τη δυσάρεστη συνήθ. θέση στην οποία βρίσκομαι: Αν χάσεις μια τόσο σημαντική ευκαιρία, είσαι ~α ~ σου., πάντα άξιος! ): σε άτομο που γίνεται νονός, κουμπάρος ή αναλαμβάνει κάποιο αξίωμα., άξιος ο μισθός (κάποιου) βλ. μισθός [< αρχ. στον πληθ.} & Απόκρια & (λόγ.) Απόκρεω {άκλ.} (σπανιότ. με μικρό α): το διάστημα των τριών εβδομάδων του Τριωδίου και ειδικότ. η τελευταία Κυριακή πριν από την Καθαρά Δευτέρα και την έναρξη της νηστείας της Σαρακοστής· κατ' επέκτ. οι εορτασμοί με μεταμφιέσεις και καρναβαλικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου: παραδοσιακή ~. Το (τελευταίο) σαββατοκύριακο/τριήμερο της ~άς/των ~ών. : Κυριακή της Αποκριάς & (λόγ.) της/των Απόκρεω: ΕΚΚΛΗΣ. η Κυριακή της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου.
Τοπικά τζάκποτ στα φρουτακια – Πως να τα εκμεταλλευτείτε
το αρχικό Α, κατ' επέκτ.) η αντίστοιχη ακολουθία και γιορτή το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου: ~ με βεγγαλικά και φωτοβολίδες. το αρχικό Α) επαναφορά νεκρού στη ζωή: Η ~ του Λαζάρου (: ένα από τα θαύματα του Χριστού). Η ~ των νεκρών (: κατά τη Δευτέρα Παρουσία). το αρχικό Α) το αντίστοιχο γεγονός ως έργο τέχνης ή αγιογραφικό θέμα. (μτφ.) αναγέννηση, ανάκαμψη: η πνευματική/πολιτιστική ~ (ενός λαού). Κρεατινή., Μικρή Αποκριά 1. ανήμερα του Αποστόλου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου), την επομένη της οποίας ξεκινά η νηστεία των σαράντα ημερών για τα Χριστούγεννα. αποφοίτηση [ἀποφοίτηση] α-πο-φοί-τη-ση ουσ. ): ολοκλήρωση ενός κύκλου σπουδών και απόκτηση του αντίστοιχου τίτλου· συνεκδ.
Καζινο Στα Αγγλικα
Η ~ του (υπόδουλου) Γένους/του Έθνους (: η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού). : δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη: ΕΚΚΛΗΣ. ακολουθία που τελείται το μεσημέρι ή το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα., πρώτη Ανάσταση: ΕΚΚΛΗΣ. η Θεία Λειτουργία που τελείται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. : κάνω Ανάσταση (προφ.) 1. (θηλ.) 1. πράξη, διαδικασία, μέσο ή πρόσωπο που χρησιμεύει σε κάποιον, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει μια ανάγκη, μια δύσκολη κατάσταση ή έναν κίνδυνο: αμέριστη/άμεση/ανεκτίμητη/γενναιόδωρη/διεθνής/δωρεάν/ειδική/έκτακτη/έμμεση/επείγουσα/επιστημονική/ηθική/ηλεκτρονική/ιατρική/κοινωνική/κρατική/κυβερνητική/μικρή/νομική/οικονομική (βλ. ελεημοσύνη, επίδομα, επιδότηση, επιχορήγηση, έρανος, φιλανθρωπία, χορηγία)/οργανωτική/ουσιαστική/πολιτική/πολύτιμη/πρόσθετη/σημαντική/συμβουλευτική/τηλεφωνική/υλική/ψυχιατρική/ψυχολογική ~. Ελπίζω/έρχομαι/καλώ/(προσ)τρέχω/σπεύδω/φωνάζω σε ~. (ΠΛΗΡΟΦ., δυνατότητα παροχής πληροφοριών στον χρήστη σχετικά με κάποια λειτουργία ή διαδικασία ενός προγράμματος) Μενού ~.2. (επιφών.) κάλεσμα που απευθύνει κάποιος σε περίπτωση κινδύνου: ~, φωτιά!
Τι να προσέξετε στα σταθερά τζακποτ στα φρουτάκια
3. που έχει διαχρονική αξία ή πλούσια ιστορία· κλασικός, ανυπέρβλητος: ~α: μελωδία/ντίβα. ): η έλλειψη αρχής και τέλους στον χρόνο: Οι έννοιες του Απόλυτου, του ~ου και του Άπειρου ταιριάζουν στον Θεό. επανάληψη γεγονότων κατά τη διάρκεια της ιστορίας. για αθλητή) καθένας από τους δύο παραδοσιακούς-ιστορικούς (και κορυφαίους σε μια χώρα ή πόλη) διεκδικητές ενός τίτλου σε άθλημα: (ως ουσ.) Ακάθεκτοι οι ~ συνέχισαν την πορεία τους προς τον τίτλο., η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό: που ασκεί έλξη και γοητεία στους άντρες (ανεξάρτητα από εποχές και πρότυπα).
Πόσο χρόνο χρειάζονται οι αναλήψεις;
l' éternel féminin] , αιώνια ανάπαυση βλ. ανάπαυση, αιώνιο πρόβλημα βλ. πρόβλημα, αιώνιο πυρ βλ. πυρ, αιώνιο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, αιώνιος έφηβος βλ. στο ποδόσφαιρο) διάφορες ενέργειες παικτών κατά τη διάρκεια του αγώνα, με σκοπό να ενισχυθεί η αμυντική λειτουργία της ομάδας τους· η συνδρομή των παικτών σε συμπαίκτη τους που μαρκάρει επικίνδυνο επιθετικά αντίπαλο. : ανθρωπιστική βοήθεια: απαραίτητα είδη (τρόφιμα, νερό, φάρμακα, ρούχα, αντίσκηνα) που αποστέλλονται οργανωμένα σε πληθυσμούς που βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/της Εκκλησίας/του ΟΗΕ. Διανομή ~ής ~ας στην εμπόλεμη περιοχή/στους πυρόπληκτους. aide humanitaire] , πρώτες βοήθειες & Α' βοήθειες: ενέργειες (π.χ. τεχνητή αναπνοή, καρδιακές μαλάξεις) που γίνονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα για την αρχική φροντίδα αρρώστου ή τραυματία, μέχρι να φτάσει σε νοσοκομείο: ~ ~ σε περίπτωση διαστρέμματος/εμφράγματος/ηλεκτροπληξίας.
Πώς εξαπατούσαν του παίχτες
αιωνία} 1. άχρονος, χωρίς αρχή και τέλος, που μένει ανέπαφος στο πέρασμα των αιώνων και δεν υπόκειται σε αλλαγές, που υπάρχει για πάντα: (ΘΕΟΛ.) ο ~ Θεός. Ο ~ κύκλος της ζωής και του θανάτου (: που διαρκεί εσαεί). ~α τιμή και δόξα στους νεκρούς του πολέμου. Το ηλεκτρονικό κείμενο δεν υπόκειται στη φθορά, γίνεται σχεδόν ~ο (= άφθαρτο).
Βγάλτε τον εντυπωσιακό εαυτό σας στο καζίνο
Οι ~ες και σταθερές αρχές του Σύμπαντος. Οι ~ες αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. συνυποδ.) που δεν σταματά, υπάρχει ή γίνεται διαρκώς, που παραμένει συνεχώς στην ίδια θέση ή κατάσταση ή χαρακτηρίζεται σταθερά από μια ιδιότητα, μόνιμος, ίδιος: ~ος: φαύλος κύκλος (της βίας)/φόβος (του θανάτου). Ο φθόνος, το ~ο (= χαρακτηριστικό, σταθερό) μειονέκτημά του. (οικ.-ειρων.) ~ γυναικάς (= αδιόρθωτος)/πρωταθλητής (= διαδοχικός, επί πολλά συναπτά έτη). Κιτ/κουτί/σεμινάριο/σταθμός/τμήμα/φαρμακείο ~ων ~ών. Καλώ το/τον πήρε το ~ων ~ών (= το ΕΚΑΒ, το 166). premiers secours] , χείρα βοηθείας (λόγ.) & (προφ.) χέρι/χεράκι βοηθείας/βοήθειας: βοήθεια: οικονομική/σημαντική ~ ~. Άπλωσαν/έδωσαν/έτειναν/παρείχαν ~ ~., οδική βοήθεια βλ. οδικός, τεχνική υποστήριξη/βοήθεια βλ. τεχνικός ● ΦΡ.
Πάροχοι παιχνιδιών στο Friday Roll casino
έφηβος, έφηβη, αιώνιος ύπνος βλ. ύπνος, αιώνιος φοιτητής βλ. φοιτητής, φοιτήτρια, ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, η αιώνια πόλη βλ. πόλη, η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή βλ.
Τις εικόνες κατέγραψε ο συνοδηγός ενός διπλανού οχήματος
ζωή, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ. : αιωνία σου/του/της η μνήμη (ευχετ. ): (σε επικήδειο λόγο, άρθρο) μακάρι να είναι παντοτινή η ανάμνηση του εκλιπόντος. Θεός σχωρέσ' τον/την!, εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές βλ. (μόνο στο βοήθειά μας!) ως επίκληση σε Άγιο, για να παράσχει την προστασία του. βοηθώ [βοηθῶ] βο-η-θώ ρ. (μτβ.κ. αμτβ.) {βοηθ-άς (σπανιότ.) -είς .. βοήθ-ησα, -ήσω, -ιέμαι (λόγ.) -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, (λόγ.) -ούμενος, -ημένος, -ώντας} & βοηθάω 1.